
Σωτήρης Λυκουργιώτης
Όσοι έζησαν τις μεγαλουπόλεις στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα θυμούνται το ασφυκτικό αίσθημα του πολεοδομικού τους χάους: φρικτή κυκλοφοριακή συμφόρηση, αποπνικτική ατμόσφαιρα με δυσοίωνα επίπεδα αέριων ρύπων, πλήρης απουσία δημόσιου χώρου, θόρυβος και σκουπίδια. Για όσους δεν τα έζησαν, οι ταινίες των δεκαετιών του ’80 και του ’90 είναι αδιάψευστος μάρτυρας.
Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Τα αυτοκίνητα έγιναν καταλυτικά, τα μέσα μαζικής μεταφοράς επεκτάθηκαν, τα ιστορικά κέντρα των πόλεων εν μέρει πεζοδρομήθηκαν. Τις δεκαετίες εκείνες, το να μένει κανείς στο κέντρο μιας μεγαλούπολης θεωρείτο κατάρα, ενώ μια ζωή με στοιχειώδη ποιότητα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο στα «ευγενή» προάστια.
Μια υπόγεια, όμως, διαλεκτική του εξευγενισμού έμελλε τις επόμενες δεκαετίες να αντιστρέψει τη σχέση κέντρου - προαστίου και να μετατρέψει τα κέντρα σε «ευγενικούς» και υγιέστερους προορισμούς, κατάλληλους για πλούσιους και τουρίστες, ανεβάζοντας κατακόρυφα τις τιμές και εξωθώντας στην έξοδο τους παλιούς τους κατοίκους. Και αν η τελευταία σπείρα αυτού του διαλεκτικού εκκρεμούς μπορεί να ξεκινά πριν από μερικές δεκαετίες, οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν πολύ παλαιότερα, στις απαρχές των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, στις απαρχές του ίδιου του καπιταλισμού.
Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι περισσότερες κοινωνίες της Ευρώπης ήταν κατεξοχήν αγροτικές. Οι άνθρωποι ζούσαν διάσπαρτοι σε χωριά, καλλιεργώντας τη γη τους και ανταλλάσσοντας τα προϊόντα τους σε μικρές, τοπικές αγορές.
Από την Αγγλία, όμως, ξεκίνησε μια ιστορική τομή που έμελλε να αλλάξει τα πάντα: οι περιφράξεις. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες άρχισαν να οριοθετούν τις έως τότε κοινόχρηστες γαίες, μετατρέποντάς τες σε ιδιωτικά τους τσιφλίκια. Αυτό έδιωξε εκατομμύρια μικροκαλλιεργητές από τη γη τους. Οι ξεριζωμένοι αγρότες, που για αιώνες ζούσαν από την καλλιέργεια της γης, δεν είχαν πλέον κανένα μέσο επιβίωσης εκτός από το να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Έτσι ένα μεταναστευτικό τσουνάμι, πρωτοφανές στην παγκόσμια ιστορία, ξεκίνησε από την ύπαιθρο προς τις πόλεις.
Αυτό έδωσε την πρώτη ύλη, δηλαδή το απαραίτητο μεταβλητό κεφάλαιο, για την καλπάζουσα βιομηχανία. Την ίδια περίπου περίοδο, η Βιομηχανική Επανάσταση, που ξεκίνησε στην Αγγλία γύρω στο 1760 και χαρακτηρίστηκε από τις κλωστοϋφαντουργικές μηχανές, τον ατμό και τα πρώτα μεγάλα εργοστάσια, μετέτρεψε πόλεις όπως το Μάντσεστερ, το Μπέρμιγχαμ και το Λίβερπουλ σε βιομηχανικά κέντρα, υποβαθμίζοντας ριζικά το αστικό τους περιβάλλον.
Από μικρά εμπορικά κέντρα ή λιμάνια, οι πόλεις αυτές έγιναν τόποι μαζικής συγκέντρωσης εργατών, που στοιβάζονταν γύρω από τις μονάδες παραγωγής. Οι συνθήκες ζωής στις νέες αυτές βιομηχανικές πόλεις ήταν άθλιες: εργάτες και οικογένειες ζούσαν σε υγρά υπόγεια και παραπήγματα, ολόκληρες οικογένειες μοιράζονταν ένα δωμάτιο, οι δρόμοι δεν είχαν αποχέτευση, ενώ οι επιδημίες χολέρας, τύφου και φυματίωσης θέριζαν τον πληθυσμό.
Η εργασία στα εργοστάσια σήμαινε δεκαπέντε ώρες την ημέρα αδιάκοπου ωραρίου, με γυναίκες και παιδιά να δουλεύουν δίπλα στους άντρες με μισθούς πείνας. Η μετάβαση από την κοινότητα του χωριού στη μίζερη μάζα της πόλης έφερε αποξένωση και φτώχεια και διέσπασε τους δεσμούς της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας.
Ο Φρίντριχ Ένγκελς, στο έργο του Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845), περιέγραψε με ζοφερές εικόνες την εξαθλίωση που συνάντησε στο Μάντσεστερ. Αυτή η πραγματικότητα γέννησε για πρώτη φορά στην ιστορία ένα...

Έρευνα - Μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη
Εκδόσεις Λέμβος, Νοέμβριος 2024
Ο Νέστωρ Μαχνό κατηγορήθηκε από τους μπολσεβίκους ότι διεξήγαγε πογκρόμ εναντίον των Εβραίων της Ουκρανίας. Ο ίδιος το αρνείται και απευθύνεται με επιστολή «Προς τους απανταχού Εβραίους», για να αποκρούσει τις εναντίον του κατηγορίες.
Επίσης, αντιπαραθέτει ονόματα μαχητών-συντρόφων του εβραϊκής καταγωγής, οι οποίοι δρούσαν μαζί του, στο στράτευμα του, τη Μαχνοφσίνα. Και επιπλέον, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, όσοι από τους μαχητές του συμμετείχαν αυτοβούλως σε τέτοιες πράξεις εκτελούνταν επιτόπου.
Ο Μαχνό ηγήθηκε ενός αγροτικού κινήματος, το οποίο μετεξελίχθηκε πολύ σύντομα στον «Επαναστατικό Αντάρτικο Στρατό της Ουκρανίας». Αριθμούσε 50.000 μαχητές. Ένας...

Το βιβλίο του Κυριάκου Βασιλειάδη, «Ο αδελφός μου ο Στέλιος», εκτός της βιογραφικής πολιτικής παρουσίασης του αναρχικού Στέλιου Βασιλειάδη (αδελφού του συγγραφέα όπως μαρτυρά και ο τίτλος) αναφέρεται μεταξύ άλλων στα γεγονότα του Μικρού Πολυτεχνείου (Σχολής Υπομηχανικών), την πρώτη συλλογική πράξη αντίστασης σε χούντα και διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, η οποία ήταν καταλύτης για τη ριζοσπαστικοποίηση του αντιδικτατορικού κινήματος, που θα κορυφωθεί με τις καταλήψεις τις Νομικής και την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973.
Το βιβλίο επίσης καταγράφει τη συμβολή των αυτόνομων-αντιεξουσιαστών φοιτητών σε αυτή την (ηθελημένα;) άγνωστη ιστορία, και την επανεμφάνιση των αναρχικών στον ελλαδικό χώρο κατά την περίοδο...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

