
Ένα από τα συχνότερα θέματα αναφορικά με τους κοινότοπους εκλαϊκευμένους ισχυρισμούς και πεποιθήσεις είναι, ότι αποτελούν υπεραπλούστευση και παραποίηση της αλήθειας. Έχοντας ως στόχο να επιτύχουν μια ενοποιητική και συνεκτική κοινωνική σχέση, τις περισσότερες φορές συγχωνεύονται/συγχωνεύουν συνειδητά διαφορετικές έννοιες (και καταστάσεις) κάτω από ένα ειδικό γεγονός/ιδεολόγημα, το οποίο προβάλλεται εκ νέου ως μια γενικευμένη καθολική αλήθεια.
Έτσι προκειμένου να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα του πολέμου, ανακαλύπτεται «η μάχη των ειδών» ως (η μόνη φυσική κατάσταση) η κυρίαρχη συνθήκη στο ζωικό βασίλειο. Στη συνέχεια, στην προσπάθεια να αναδειχτεί ο πατριωτισμός και γενικότερα η αγάπη για την πατρίδα ως φυσικό και (παγκόσμιο για όλους τους ανθρώπους) πανανθρώπινο φαινόμενο, μας αναγκάζουν να αποδεχτούμε εξισωτικά την αγάπη για την γειτονιά και την κατοικία –που είναι διαπροσωπικές– με την αγάπη του κράτους ή της πατρίδας που είναι απρόσωπες. Η αποδοχή και η αναγκαιότητα της εξουσίας –ως παγκόσμιας σταθεράς απαραίτητης για όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες– και η θεώρησή της ως συνώνυμο της κοινωνικής τάξης, είναι ένας ατυχής και ανακριβής προσδιορισμός.
Είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς και αισθάνονται ιδιαίτερη αγάπη για τη γειτονιά τους, το σπίτι τους, και γενικά για το μέρος που ζουν. Όμως αυτό είναι κάτι το διαφορετικό. Διότι μόλις περάσουμε έξω από τον στενό κύκλο των ανθρώπων που προσδιορίζονται ως συγγενείς, γείτονες και φίλοι – μέσα από τις βασικές και καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις- τα αισθήματα αυτά χάνονται. Συνεπώς υπάρχει η ανάγκη να κατασκευαστούν εκ νέου, και να επαναπροβληθούν γενικευμένα (μέσω μιας αληθοφανούς ειλικρίνειας) και με αληθοφάνεια πάνω στις θεσμικές –και όχι μόνο– ομάδες ειδικού ενδιαφέροντος. Σαν τέτοιες ομάδες μπορούμε να προσδιορίσουμε το κράτος, τα πολιτικά κόμματα, την εκκλησία, το εκπαιδευτικό σύστημα και φυσικά τον στρατό.
Διότι είναι προς όφελος του κράτους και των μηχανισμών του να δημιουργήσει ένα «esprit de corps» [αίσθημα συστράτευσης] προς τους υπηκόους του, ώστε να δημιουργηθεί σε όλους η πεποίθηση ότι το έθνος είναι απλά ένα «μεγαλύτερο οικοδόμημα». Κατά συνέπεια, η ευδαιμονία και η διατήρηση του κράτους [αυτού του μεγαλύτερου οικοδομήματος] σημαίνει/θα διασφαλίζει και την ευδαιμονία του ατόμου και του σπιτιού του. Με άλλα λόγια θα πρέπει τα συμφέροντα του ατόμου - πολίτη να συμβαδίζουν με τα συμφέροντα εκείνων που ελέγχουν το κράτος. Στην πραγματικότητα, η μόνη επιδίωξη του πατριωτισμού είναι η ενδυνάμωση των συμφερόντων ενός κράτους έναντι των άλλων κρατών. Οπότε, βάσει των προηγουμένων, φαντάζει λογικό για τον καθένα να δοξάζει και να υπερασπίζεται τα συμφέροντα ενός κράτους [π.χ. της Ελλάδας και όχι της Τουρκίας ή του Μαρόκου], επειδή απλά «ανήκει» ή είναι αναγκασμένος να ζει σε αυτό το κράτος και όχι σε κάποιο άλλο.
Όπως δεν θα υπήρχαν πόλεμοι εάν δεν υπήρχε ο θεσμός του κράτους, έτσι δεν είναι απαραίτητη η ανάγκη για πατριωτικά αισθήματα, ούτε η αγάπη για την πατρίδα, χωρίς την ύπαρξη του κράτους. Παρομοίως ο πατριωτισμός είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πολέμου ως ιδεολογία και γίνεται στο τέλος μια καλή, φθηνή και κυρίως «έντιμη» δικαιολογία προκειμένου να απενοχοποιούμε, τη συμμετοχή μας στον πόλεμο.
*Απόσπασμα από το βιβλίο του Harold Barclay «Κουλτούρα και Αναρχισμός», Freedom Press, 1997. Mετάφραση: Αργύρης Αργυριάδης
...
Henry Laws*
Αυτό το βιβλίο έχει πολλά πλεονεκτήματα. Πρώτον, πραγματοποιεί μια κριτική βιβλιογραφική ανασκόπηση των μελετών για τον Μιχαήλ Μπακούνιν που εκπονήθηκαν κατά τη διάρκεια του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα, καθώς και μια ιστορία της αποκατάστασης και της δημοσίευσης των γραπτών του Μπακούνιν, η οποία χρειάστηκε περισσότερο από έναν αιώνα για να ολοκληρωθεί. Επιπλέον, ειδικά όταν αναφέρεται στη Βραζιλία, επενδύει στη σύνταξη ενός σχεδόν εξαντλητικού καταλόγου μελετών για τον Μπακούνιν, ο οποίος δεν υπήρχε πριν. Παρουσιάζει επίσης με σαφήνεια τα μεθοδολογικά θεμέλια για τον τρόπο με τον οποίο θα αναλυθούν τα γραπτά του Μπακούνιν.
Δεύτερον, μέσω...

Σημείωση Μεταφραστή*: Σε αυτό το απόσπασμα από το «Dittatura e Rivoluzione» του 1921, ο αναρχικός Λουίτζι Φάμπρι (Luigi Fabbri) εξηγεί και αναλύει τι σημαίνει Επανάσταση για τους Αναρχικούς και γιατί αυτή η αντίληψη όχι μόνο είναι ξένη, αλλά και μισητή από τους υποστηρικτές του αριστερού εξουσιαστικού -κρατικού σοσιαλισμού. Ένα κείμενο που αναδεικνύει γιατί οι Αναρχικοί -αν και σοσιαλιστές- δεν έχουν καμία σχέση με την αριστερά, τόσο στα μέσα όσο και στους σκοπούς.
Η μισαλλοδοξία πολλών σοσιαλιστών, ακόμη και επαναστατών, απέναντι στον αναρχισμό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απόλυτη άγνοιά τους για τις ιδέες, τους στόχους και τις μεθόδους...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

