Το Αφγανιστάν αποτελεί πρωταρχική εστία διεξαγωγής του αποκαλούμενου «πολέμου ενάντια στον τρόμο» που άρχισε με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 200, όπου, κατά συνέπεια, η ήδη κατακερματισμένη κοινωνία έχει ωθηθεί ακόμα βαθύτερα στο χάος, την καταστροφή και τη βία.
Ο Καναδάς διαδραμάτισε αρχικά δευτερεύοντα ρόλο στην κατοχή του Αφγανιστάν δεδομένου, αλλά κάτω από τη συντηρητική κυβέρνηση Harper η συμμετοχή του έχει ενταθεί. Ο πόλεμος δεν παρουσιάζει κανένα σημάδι επιβράδυνσης ούτε και η κυβέρνηση Harper. Ο παρανοϊκός φόβος χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την περιστολή των δικαιωμάτων μας, τα θύματα του πολέμου αυτού αριθμούν χιλιάδες, όλο και περισσότεροι Καναδοί επιστρέφουν νεκροί από το Αφγανιστάν και φαίνεται από αρκετό καιρό τώρα ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα μιας κάποιας θετικής έκβασης.
Η δημιουργία σταθερότητας στην περιοχή αποτελεί το σημείο εκκίνησης εκείνων που βρίσκονται πίσω από τον πόλεμο, αλλά η έννοια μιας βίαιης κατοχής ως οχήματος προς την ειρήνη και την ευημερία έχει φέρει τα αποτελέσματα εκείνα που κάποιος είναι φυσικό να αναμένει από μια τέτοια οπισθοδρομική άποψη. Το κόστος από τον πόλεμο τόσο στην υποδομή όσο και στον πληθυσμό του Αφγανιστάν είναι τεράστιο.
Αν και δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να γίνουν γνωστοί οι ακριβείς αριθμοί, υπολογίζεται ότι τα θύματα στο Αφγανιστάν ανέρχονται σε 5.000. Εκτός από εκείνους που έχουν χάσει τη ζωή τους, υπάρχουν και πολύ πιο περισσότεροι τραυματισμένοι καθώς και όσοι υποφέρουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τις επιθέσεις «συνασπισμού» και την αναμενόμενη βία που αφορά την πρόσβαση στη τροφή, την ιατρική περίθαλψη και άλλες υπηρεσίες που έχουν διακοπεί λόγω της όλης καταστροφής.
Η αποκαλούμενη σταθερότητα που παρέχεται στους Αφγανούς από τους ξένους απελευθερωτές τους, περιέχει μια πλήρη κακή χρήση της λέξης. Όχι μόνο η παραγωγή οπίου (που εξαρθρώθηκε ουσιαστικά το 2000) άρχισε και πάλι, καταλαμβάνοντας αυτήν την περίοδο το 52% του ΑΕΠ της χώρας, αλλά πολλοί φονταμενταλιστές πολέμαρχοι και κερδοσκόποι από το εμπόριο ναρκωτικών έχουν καταλάβει υψηλές θέσεις στην υποστηριζόμενη από το ΝΑΤΟ κυβέρνηση και την αστυνομία.
Η Επαναστατική Ένωση Γυναικών του Αφγανιστάν (Revolutionary Association of the Women of Afghanistan) συμπέραινε πολύ σωστά σε μια ανακοίνωσή της τον περασμένο Ιούλη: «Οι ΗΠΑ δεν ξέρουν ότι μια αντιδραστική δύναμη μπορεί να ηττηθεί από μια διαφορετική δύναμη η οποία πρέπει καταρχήν να πιστέψει στη δημοκρατία.[...] λόγω αυτής της ενθαρρυντικής για τους φονταμενταλιστές πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει θετικά στη χώρα μας. Ζούμε κάτω από τη σκιά της μαφίας των ναρκωτικών και των χειρότερων εχθρών της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των γυναικών [...]
«Μερικοί Αφγανοί λένε, ότι σήμερα οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να βρίσκονται στην εξουσία στο Αφγανιστάν, όμως οι Ταλιμπάν αυτοί φορούν μεν παντελόνια και γραβάτες αλλά έχουν τη ίδια νοοτροπία!».
Η απειλή που συνιστά αυτός ο πόλεμος δεν περιορίζεται μόνο εναντίον εκείνων που αναγκάζονται να έρθουν σε επαφή από πρώτο χέρι μαζί του. Μια μελέτη 16 μυστικών υπηρεσιών ανέφερε ότι ο κόσμος είναι τώρα πιο ευαίσθητος στην τρομοκρατία ως αποτέλεσμα της κατοχής της χώρας. Εντούτοις, ο ορισμός της τρομοκρατίας ως τέτοιας δεν περιορίζεται στα βομβαρδιστικά αεροπλάνα αυτοκτονίας και τα παρόμοια, αλλά και στον τρόμο...
Στις 23 Αυγούστου 1927 εκτελέστηκαν οι δύο διακεκριμένοι αναρχικοί Ιταλοί μετανάστες στις ΗΠΑ, Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti. Προηγήθηκε η δολοφονία ενός ταμία και ενός φύλακα εργοστάσιου στη Μασαχουσέτη, για λεία 15,776 δολαρίων, η οποία αποτέλεσε το σημείο έναρξης μιας θρυλικής ιστορίας.
Οι αστυνομικές αρχές, βασισμένες μάλλον σε ενδείξεις παρά σε αποδείξεις, προχώρησαν στη σύλληψη δυο υπόπτων. Ο Nicola Sacco ήταν τσαγκάρης, γεννημένος στην επαρχία Foggia της Ιταλίας, ο οποίος σε ηλικία 17 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Ο Bartolomeo Vanzetti, ιχθυοπώλης γεννημένος στη Β. Ιταλία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ στην ηλικία των 20. Και οι δυο άντρες έφτασαν στις ΗΠΑ την...
Σύντομη βιογραφία του Βούλγαρου αναρχικού αγωνιστή και εργατικού οργανωτή που δολοφονήθηκε από την κομμουνιστική μυστική αστυνομία.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Jordan Sotirov και γεννήθηκε στο Kustendil της Βουλγαρίας το 1898. Άρχισε να εργάζεται ως καπνεργάτης ενώ ήταν ακόμα σχεδόν παιδί και σε όλη του τη ζωή δεν άλλαξε επάγγελμα. Προσχώρησε στο αναρχικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ ταυτόχρονα έγινε δραστήριος εργατικός οργανωτής και αξιόλογος ρήτορας σε συνελεύσεις και συλλαλητήρια. <</span>p>
Κατά τη διάρκεια μιας απεργίας των καπνεργατών στο Kustendil στην οποία επιτέθηκε ο στρατός, ο Jordan τραυμάτισε ένα στρατιωτικό και κατάφερε να διαφύγει. Δικάστηκε...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

