
Γιώργος Δ. Μπουμπούς*
Ο Γ. Σκληρός, στο περίφημο μελέτημά του «Το κοινωνικόν μας ζήτημα», είχε προβάλει, ανάμεσα στα άλλα, το ζητούμενο της ενασχόλησης του σοσιαλισμού της Ελλάδας με την επιστημονική-κριτική ανάλυση όσο το δυνατόν περισσότερων πτυχών της νεοελληνικής κοινωνικής ζωής. Στα 1907-1909, με τη συζήτηση στο «Νουμά» γύρω από το βιβλίο, είχε φανεί πως ο ελληνικός σοσιαλισμός -μαρξιστικός και μή- θα καταπιανόταν στο εξής σοβαρά με τη μελέτη του νεοελληνικού βίου, τόσο του παρελθόντος, όσο και του σύγχρονου. Ωστόσο, η εξέλιξη των πραγμάτων γύρω από αυτόν τον τομέα, κατά την πολυκύμαντη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, δεν εκπλήρωσε τις όποιες αρχικές προσδοκίες.
Συνολικά, η σοσιαλιστική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια έως το 1920 υπήρξε, στην καλύτερη περίπτωση, μια προσέγγιση, εκτός ίσως από ό,τι αφορούσε τη γλωσσοεκπαιδευτική και πολιτισμική θεματολογία. Η ανυπαρξία ενός σχετικά μαζικού και καλοοργανωμένου πολιτικού σοσιαλιστικού φορέα, έως την ίδρυση του ΣΕΚΕ, φαίνεται πως ήταν η σπουδαιότερη αιτία, σε συνάρτηση και με τη συνολική πνευματική καχεξία της νεοελληνικής κοινωνίας, που δεν άνθισαν ή δεν προχώρησαν όσο θα ανέμενε κανείς, στηριζόμενος στο ελπιδοφόρο μύνημα των ετών 1907-9, οι σοσιαλιστικές μελέτες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Παράλληλα, η πολιτική ένταση στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού δυσχέρανε αυτήν την άνθιση, με εξαίρεση το χώρο της πολιτικής ανάλυσης και της δημοσιολογίας.
Το αγροτικό ζήτημα σε κάθε χώρα, για να παραφράσουμε τον καθηγητή Τακαχάσι, στη διασύνδεσή του με τις διεργασίες ανάπτυξης του βιομηχανικού κεφαλαίου, ήταν ένας από τους παράγοντες που προσδιόρισαν την υπόσταση των κεφαλαιοκρατικών δομών. Φυσικό ήταν λοιπόν να προσελκύσει το ενδιαφέρον των σοσιαλιστών, οι οποίοι προσέβλεπαν στον μετασχηματισμό της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Εντούτοις, δεν απορρέει από τούτο πώς το σοσιαλιστικό κίνημα και οι σοσιαλιστές διανοούμενοι έσκυψαν από την πρώτη στιγμή πάνω στο πρόβλημα. Από την αδράνεια αυτή, πού είχε τόσο την επιστημονική, όσο και την πολιτική της διάσταση, δεν ξέφυγε, όπως θα δούμε, και ο ελληνικός σοσιαλισμός στα πρώτα του βήματα προς την πολιτική και ιδεολογική του «ωριμότητα». Απλώς λειτούργησαν με κάπως διαφορετικούς ρυθμούς, στο πλαίσιο που προσδιοριζόταν από τα εντόπια, ιδιαίτερα συστατικά στοιχεία.
Η αγροτική θεματολογία και πρώτα απ’ όλα το αγροτικό ζήτημα, δηλαδή το ζήτημα που ουσιαστικά επικεντρωνόταν στην τύχη των λεγόμενων «τσιφλικίων» του θεσσαλικού κάμπου, μολονότι ακανθώδες, δεν απασχόλησε σοβαρά τον ελληνικό σοσιαλισμό πριν από τη δημιουργία του ΣΕΚΕ. Oι Ελληνες σοσιαλιστές δρούσαν βέβαια σε μία κοινωνία συντριπτικά γεωργοκτηνοτροφική /πραγματικότητα την οποία αναγνώριζαν. Ωστόσο το ενδιαφέρον τους ήταν στραμμένο όχι στην ύπαιθρο, όπου εργάζονταν και διαβιούσαν πάνω από τα δύο τρίτα του πληθυσμού της χώρας, αλλά στο άστυ.
Η προτίμηση είναι λογική και διπλά εξηγήσιμη: από τη μία μεριά, τουλάχιστον όσον αφορά οπαδούς του προλεταριακού σοσιαλισμού (ο ορθόδοξος μαρξιστής Γιαννιός και ο εκλεκτικός Δρακούλης λ.χ.), το γενικό υπόδειγμα σοσιαλιστικής δράσης, οργάνωσης και προπαγάνδας, όπως αυτό είχε μορφοποιηθεί στους κόλπους της Β’ Διεθνούς, ήταν δομημένο πάνω στον αστικό χώρο, τον προνομιακό χώρο συγκέντρωσης των εργατών και της υμηλής πληθυσμιακής πυκνότητας εν γένει. 1 Από την άλλη, υπήρχε η «εγχώρια» διάσταση: ένα σοσιαλιστικό κίνημα στα πρώτα του βήματα, που μόλις είχε απελευθερωθεί από τα σπάργανα, το οποίο προσπαθούσε να διαδώσει τις σοσιαλιστικές...

Σημείωση Μεταφραστή*: Σε αυτό το κείμενο ο Τόμας Ιμπανέζ μας υπενθυμίζει στο σήμερα, το πόσο άστοχη και μυωπική είναι η ρητορική που ασχολείται με την αρνητικότητα του αναρχισμού χωρίς να βλέπει τα θετικά της στοιχεία. Κατ’ ουσία, ο Ιμπανέζ διαπερνά την ιστορία του Αναρχισμού μελετώντας την γενεαογία του αναρχικού αρνητισμού για να καταδείξει ότι και αυτή είναι μέρος προς την κατεύθυνση του Αναρχικού ονείρου κάτι το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι μόνο θετικό.
Ο αρχικός μου σκοπός ήταν να αναλογιστώ την αναπόφευκτη, και συχνά υποτιμημένη, αρνητική διάσταση του αναρχισμού — αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι αυτό με ανάγκασε...

Η Clara Thalmann γεννήθηκε ως Clara Ensner στη Βασιλεία της Ελβετίας το 1910. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά μιας οικογένειας της εργατικής τάξης. Ο πατέρας της ήταν Γερμανός και είχε μεταναστεύσει στην Ελβετία επειδή, ως σοσιαλιστής και διεθνιστής, αντιτάχθηκε στην επιστράτευση για τον γερμανικό πόλεμο κατά της Γαλλίας το 1870. Έτσι, η Clara μεγάλωσε σε ατμόσφαιρα αφοσιωμένης σοσιαλιστικής δραστηριότητας.
Νωρίς στη ζωή της, η Clara επηρεασμένη από την προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας με τη φιλοπόλεμη στάση της και την επιτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία το 1917, προσελκύστηκε από τον κομμουνισμό. Τη δεκαετία του 1920, όταν ήταν νεαρή...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

