
Του Ρενόφ*
Από την ίδρυση (το Νοέμβρη του 1910) μέχρι τη θέση της εκτός νόμου, στα 1923, μετά την παλινόρθωση της δικτατορίας του Πρίμο δε Ριβέρα, η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (C.N.T.), δεν είχε ποτέ χρειαστεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα των εκλογών. Αυτές δεν ενδιέφεραν παρά μόνο τη δεξιά που νόθευε φανερά τ’ αποτελέσματα χάρη στους τοπικούς κομματάρχες της (καθικίσμο) ή χάρη στους υποταγμένους σ’ αυτή δημόσιους υπάλληλους (πουτσεράθο). (Ή αριστερά έκανε, συνοπτικά, τα ίδια πράγματα, αλλά σε μικρότερη κλίμακα).
Η πτώση του Πρίμο δε Ριβέρα, στα 1927, και το μεταβατικό καθεστώς του Μπερενγκέρ, οδήγησαν στις εκλογές για την ανάδειξη μιας συντακτικής συνέλευσης, τον Απρίλη του 1931. Για να πούμε την αλήθεια, οι εκλογές αυτές δεν έκαναν τίποτ’ άλλο από το να δημιουργήσουν μια σειρά συμφωνιών ανάμεσα στη μετριοπαθή δεξιά και τους ρεπουμπλικάνους για ν’ αντικαταστήσουν την κοινοβουλευτική μοναρχία με μια δημοκρατία. (Συμφωνία του Σαν Σεμπαστιάν).
Από τα 1923 ώς τα 1927, που η C.N.T. ήταν εκτός νόμου, ένα μέρος των αγωνιστών κατέφυγε στη Γαλλία και στο Βέλγιο, η μεγάλη πλειοψηφία όμως έμεινε στην Ισπανία. (Πρέπει να σημειωθεί ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα, πούχε ιδρυθεί στα 1921, από δύο ομάδες, πού αργότερα ενώθηκαν, ήταν τόσο αδύνατο, ώστε δεν τέθηκε εκτός νόμου). Παρ’ όλα αυτά οι αναρχικοί συνέχιζαν την προπαγάνδα τους κι οι λατινοαμερικάνικες αναρχικές εφημερίδες κυκλοφορούσαν σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Οι εξόριστοι στη Γαλλία, έκαναν μερικές ένοπλες προσπάθειες για να ξαναμπούν στην Ισπανία, αλλά απότυχαν (Βάλ ντ’ Αράν καί Μπιδασσόα). «Όπως σε κάθε κίνημα της εξορίας εμφανίστηκαν κι εδώ παρεξηγήσεις, ορισμένα άτομα ήρθαν σ’ επαφή με πολιτικούς και συμμετείχαν έμμεσα στη συμφωνία του Σαν Σεμπαστιάν (Πεστάνα), άλλοι δούλεψαν με τους Γάλλους και διάφορους εξόριστους αναρχικούς: - Ρώσους κι Ιταλούς. Ό Εουσέμπιο Κάρμπο κι ο Ορομπόν Φερνάντεθ, μάλιστα, συμμετείχαν στις συνεδριάσεις για την πρόταση του Αρσίνωφ (μαρτυρία του Ούγκο Φεντέλι, πού συμμετείχε επίσης, «Βολοντά», έτος III, 6-7. σελ. 373).
«Όταν στα 1930 η C.Ν.Τ. ξανανομιμοποιήθηκε, ανακοίνωσε λίγο πριν τις εκλογές του 1931 ότι η δημοκρατία δεν άξιζε περισσότερο από τη μοναρχία κι έριξε το σύνθημα της αποχής.
Η ανικανότητα της μοναρχίας οδήγησε την πλειοψηφία των ψηφοφόρων να εκλέξουν τους ρεπουμπλικάνους υποψήφιους, πράγμα που προκάλεσε την αναχώρηση του βασιλιά· δε χύθηκε καθόλου αίμα, κι απ’ την άλλη μεριά, δεν έγινε καμιά κοινωνική αλλαγή, ούτε καν ή πιο ελάχιστη.
Μια απόδειξη για το ότι ή αλλαγή του καθεστώτος, δεν ήταν παρά μια φάρσα, μας δίνεται απ’ τον πρώην δήμαρχο του Σαμπαντέλλι, Χοσέ Μαρία Μαρσέτ Κολλ, ενός φρανκικού, πού του άρεσε να λέει σταράτα: «Και στις 14 Απρίλη 1931 στις δημοτικές εκλογές, που στην ουσία δεν σήμαιναν και πολλά πράγματα, το μόνο που έγινε ήταν ή πτώση της μοναρχίας, χωρίς να την υπερασπιστούν ούτε οι ίδιοι οι μοναρχικοί - ορισμένοι άλλωστε, την έσπρωξαν οι ίδιοι στο γκρεμό - και η ανακήρυξη της δημοκρατίας». (Μι Θιουδάδ υ γιο - η πόλη μου κι εγώ -, σελ. 12, Βαρκελώνη 1963).
Αντί να χρησιμοποιήσουμε απλώς τις μαρτυρίες συντρόφων μας φαίνεται προτιμότερο να παρουσιάσουμε πρώτα τα ποσοστά της αποχής, να αντλήσουμε γενικά συμπεράσματα κι ύστερα να προσπαθήσουμε να καταλήξουμε συγκρίνοντάς τα μ’...

Έναν αιώνα αργότερα, τι μπορούμε να μάθουμε από τους Ρώσους και Ουκρανούς αναρχικούς;
Οι αρχές της δεκαετίας του 1920 αποτέλεσαν μια σκοτεινή περίοδο για το αναρχικό κίνημα στην Ανατολική Ευρώπη. Η Ρωσική Επανάσταση είχε μετατραπεί από μια γνήσια εργατική εξέγερση σε δικτατορία του Μπολσεβίκικου Κόμματος.
Οι αναρχικές ομάδες και εφημερίδες απαγορεύτηκαν και τα μέλη τους είτε φυλακίστηκαν είτε σκοτώθηκαν. Άλλοι αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν. Μερικοί από αυτούς τους πρόσφυγες –μεταξύ των οποίων ο ηγέτης της ουκρανικής πολιτοφυλακής Νέστορ Μαχνό, η Λευκορωσίδα Ίντα Μετ και ο Ρώσος Πιοτρ Αρσίνοφ- κατέληξαν στη Γαλλία. Εκεί, συγκεντρώθηκαν, αναστοχάστηκαν τις εμπειρίες τους και προετοιμάστηκαν να...

Εισαγωγικό Σημείωμα*: Ένα ιστορικό κείμενο της Έμμα Γκόλντμαν στο οποίο αναπτύσσει διεξοδικά τις βασικές θέσεις του αναρχισμού, όπως εκείνη το αντιλαμβάνονταν. Το είχε γράψει με σκοπό να δημοσιευθεί στο περιοδικό Τhe World ώστε να απαντήσει στις διάφορες συκοφαντίες που γράφονταν στις ΗΠΑ για εκείνην ειδικά και για τους αναρχικούς γενικότερα. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουλίου του 1908 και 118 χρόνια αργότερα παραμένει διαχρονικό και άξιο μνήμης απέναντι στην αντιαναρχική υστερία. Για περισσότερη κατανόηση των γεγονότων που γράφει εδώ η Γκόλντμαν συνιστώ τον αναγνώστη-ριά να ανατρέξουν στο δίτομο αυτοβιογραφικό έργο της «Ζώντας την ζωή μου».
«Αυτό που πιστεύω» έχει...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

